Μετάβαση στο περιεχόμενο

χήρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: χῆρος, χοίρος, χειρός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χήρος οι χήροι
      γενική του χήρου των χήρων
    αιτιατική τον χήρο τους χήρους
     κλητική χήρε χήροι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χήρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χῆρος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈçi.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χήρος
ομόηχο: χοίρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χήρος αρσενικό (θηλυκό χήρα)

  • ο άντρας του οποίου η σύζυγος έχει πεθάνει
      Ο πατριός του ήταν συνομήλικος της μητέρας του, χήρος με δύο γιους (Χρίστος Κ. Χριστοδούλου, Μουσταφά Κεμάλ: ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, εκδ. Εξάντας, 2007, σελ. 106)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]