χήρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χήρα χήρες
γενική χήρας χηρών
αιτιατική χήρα χήρες
κλητική χήρα χήρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χήρα < αρχαία ελληνική χήρα

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χήρα θηλυκό

  1. γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
  2. (σπάνιο) η ζωντοχήρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χήρα < από το επίθετο χῆρος,α,ον (ο στερημένος από κάτι, ο έρημος, όχι εκείνος που έχασε τη γυναίκα του, γιατί είναι μεταγενέστερο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χήρα θηλυκό ( & ιωνικός τύπος χήρη)

  • γυναίκα χωρίς άνδρα, που ο σύζυγος είναι νεκρός
μήτηρ χήρα


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

χήρα, θηλυκό του χῆρος που σημαίνει το στερημένο

  1. η στερημένη, η κενή,
    χήρα εὐνή (το κενό συζυγικό κρεβάτι)
  2. στερημένη συζύγου
    χῆραι γυναῖκες'
  3. φαγητό χωρίς σάλτσα (έννοια της μεταγενέστερης ελληνικής) όπως λέμε σήμερα καμιά φορά ορφανή τη μακαρονάδα χωρίς κιμά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]