χήρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χήρα | οι | χήρες |
| γενική | της | χήρας | των | χηρών |
| αιτιατική | τη | χήρα | τις | χήρες |
| κλητική | χήρα | χήρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χήρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χήρα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçi.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χή‐ρα
- ομόηχο: χείρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χήρα θηλυκό (αρσενικό χήρος)
- γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
- ※ Αυτές οι ζεβζεκιές τον φάγανε Ελισώ μου, αυτές τον σκοτώσανε κι όχι το αστροπελέκι και μ' άφησε χήρα και μοναχή μου, κακόχρονο να'χει ο πεζεβένγκης. (Δημήτρης Τσαλίδης, Γιοκ τζάνιμ, εκδ. Νεφέλη, 2005, σελ. 46)
- ※ Τὴν χήραν ταύτην ἀδελφήν, μεσόκοπην, καλοκαμωμένην, ἐπροξένευεν ἡ Γιωργούλα εἰς τὸν μπαρμπα-Σαράντον τὸν ἴδιον. Καὶ εἰς τὸν γέροντα φαίνεται ὅτι δὲν ἀπήρεσκον αἱ προτάσεις.
- ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Βλαχοπούλα, 1892,
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη χηρεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χήρα - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- χήρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χήρα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | χήρᾱ | αἱ | χῆραι |
| γενική | τῆς | χήρᾱς | τῶν | χηρῶν |
| δοτική | τῇ | χήρᾳ | ταῖς | χήραις |
| αιτιατική | τὴν | χήρᾱν | τὰς | χήρᾱς |
| κλητική ὦ! | χήρᾱ | χῆραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | χήρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | χήραιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χήρα < → λείπει η ετυμολογία. Παραβάλετε χῆρος, χωρίς.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χήρα θηλυκό
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]χήρα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική, θηλυκού γένους του χῆρος
- (ελληνιστική κοινή) φαγητό χωρίς σάλτσα, παραβάλετε την λέξη ορφανή σε χρήση σήμερα π.χ. για μακαρονάδα χωρίς κιμά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χῆρος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χήρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χήρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Θεωνύμια (αρχαία ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)