χήρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χήρα | οι | χήρες |
| γενική | της | χήρας | των | χηρών |
| αιτιατική | τη | χήρα | τις | χήρες |
| κλητική | χήρα | χήρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χήρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χήρα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈçi.ɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χή‐ρα
- ομόηχο: χείρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χήρα θηλυκό (αρσενικό χήρος)
- γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη χηρεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χήρα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- χήρα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χήρα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χήρα < → λείπει η ετυμολογία. Παραβάλετε χῆρος, χωρίς.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χήρα θηλυκό
- χήρα, γυναίκα χωρίς άνδρα, που ο σύζυγος είναι νεκρός
μήτηρ χήρα
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]χήρα, θηλυκό του χῆρος που σημαίνει το στερημένο
- η στερημένη, η κενή
χήρα εὐνή
το κενό συζυγικό κρεβάτι
- στερημένη συζύγου
χῆραι γυναῖκες
- (ελληνιστική κοινή) φαγητό χωρίς σάλτσα, παραβάλετε την λέξη ορφανή σε χρήση σήμερα π.χ. για μακαρονάδα χωρίς κιμά
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χήρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χήρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Σελίδες για μορφοποίηση
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)