wdowa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvdɔ.va/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

wdowa (pl) θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • συντάσσεται με την πρόθεση po και τοπική (miejscownik)
    wdowa po kimś - χήρα κάποιου