στερημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ste.ɾiˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : στε‐ρη‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]στερημένος, -η, -ο
- που έχει στερηθεί βασικά αγαθά, που ζει με στερήσεις και ελλείψεις
- (με από και αιτιατική)
- ※ εἰς τοιαύτην ὄντες κατάστασιν στερημένοι ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά μας, μὲ μίαν γνώμην ὁμοφώνως ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβωμεν τὰ ἄρματα, καὶ νὰ ὁρμήσωμεν κατὰ τῶν τυράννων.
- 1821 συγγραφέας: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Προειδοποίησις εἰς τὰς εἰρωπαϊκὰς αὐλάς, 1821 Μαρτίου 23, ἐν Καλαμάτᾳ.
περιβάλλον στερημένο από ερεθίσματα
- (λόγιο, με γενική)
- ※ Καὶ οἱ εἰρημένοι ὅμως, στερημένοι τῆς πελοποννησιακῆς βοηθείας, ποιοῦν τοιαύτας.
- 1823 συγγραφέας: Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος, Ἐπιστολὴ τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου πρὸς τοὺς προκρίτους τῆς νήσου Σπετσῶν, Ἐν τῇ Μονῇ τῆς Ἰερουσαλήμ, τῇ 13 Ιουλίου 1823.
- (σε επιθετική χρήση)
- ※ Αυτό που πρέπει να προσφέρουμε στον αγρότη δεν είναι ένα κομμάτι χαρτί, αλλά τα εμπορεύματα που έχει άμεση ανάγκη: το μηχάνημα που στερείται παρά τη θέλησή του, ένα ρούχο να τον προστατεύει από την κακοκαιρία, μια λάμπα πετρελαίου να αναπληρώσει το λυχνάρι του, μια αξίνα, ένα δικράνι, ένα καρότσι· ό,τι τέλος πάντων έχει ανάγκη σήμερα, αλλά το στερείται λόγω της απρόσιτης τιμής του--καθώς ο χωρικός ζει μια στερημένη και εξασθενημένη ζωή, υπάρχουν χιλιάδες τέτοια πράγματα.
- 2003 συγγραφέας: Πέτρος Κροπότκιν (Пётр Кропоткин) (1842–1921), μετάφραση στα νέα ελληνικά, Η κατάκτηση του ψωμιού, Διατροφή VI
- (με επιρρήματα)
- ※ Αυτό σημαίνει ότι νιώθεις αγανάκτηση, απογοήτευση και συναισθηματικά και πνευματικά στερημένος.
- 2022 Ευαγγελία Μποζαντζόγλου, «Αλλαγές που μπορείς να κάνεις για να αυτοθεραπευτείς», 9. 3. 2022, flowmagazine.gr, πρόσβαση: 10. 8. 2025
Παράγωγα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ στερημένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ στερημένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)