Μετάβαση στο περιεχόμενο

στερημένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στερημένος η στερημένη το στερημένο
      γενική του στερημένου της στερημένης του στερημένου
    αιτιατική τον στερημένο τη στερημένη το στερημένο
     κλητική στερημένε στερημένη στερημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στερημένοι οι στερημένες τα στερημένα
      γενική των στερημένων των στερημένων των στερημένων
    αιτιατική τους στερημένους τις στερημένες τα στερημένα
     κλητική στερημένοι στερημένες στερημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στερημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στερώ[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ste.ɾiˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στερημένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

στερημένος, -η, -ο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. στερημένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. στερημένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)