στερημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στερημένος στερημένη στερημένο
γενική στερημένου στερημένης στερημένου
αιτιατική στερημένο στερημένη στερημένο
κλητική στερημένε στερημένη στερημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στερημένοι στερημένες στερημένα
γενική στερημένων στερημένων στερημένων
αιτιατική στερημένους στερημένες στερημένα
κλητική στερημένοι στερημένες στερημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτός που δεν έχει την δυνατότητα να έχει στην κατωχή του κάποιο αγαθό. είτε αυτο είναι βασικό είτε όχι.

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

στερημένος, -η, -ο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]