απροστάτευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απροστάτευτος απροστάτευτη απροστάτευτο
γενική απροστάτευτου απροστάτευτης απροστάτευτου
αιτιατική απροστάτευτο απροστάτευτη απροστάτευτο
κλητική απροστάτευτε απροστάτευτη απροστάτευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απροστάτευτοι απροστάτευτες απροστάτευτα
γενική απροστάτευτων απροστάτευτων απροστάτευτων
αιτιατική απροστάτευτους απροστάτευτες απροστάτευτα
κλητική απροστάτευτοι απροστάτευτες απροστάτευτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απροστάτευτος < ελληνιστική κοινή ἀπροστάτευτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απροστάτευτος

  1. που δεν είναι προστατευμένος, που είναι χωρίς προστασία, εκτεθειμένος, ευάλωτος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]