χαβαλεδιάζουμε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xa.va.leˈðʝa.zu.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χα‐βα‐λε‐διά‐ζου‐με
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]χαβαλεδιάζουμε
- α΄ πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος χαβαλεδιάζω