χειροτερεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειροτερεύω < χειρότερος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χειροτερεύω (χωρίς μεσοπαθητικό τύπο)

  1. κάνω κάτι χειρότερο απ΄ό,τι ήταν
    Μη χειροτερεύεις τα πράματα ρίχνοντας λάδι στη φωτιά
  2. η κατάστασή μου γίνεται χειρότερη απ΄ ό,τι ήταν, επιδεινώνεται
    Ο πυρετός είχε πέσει χτες αλλά τώρα σαν να μου φαίνεται ότι χειροτερεύω πάλι

Κλίση[επεξεργασία]

  • υπάρχουν επίσης οι λαϊκότροποι τύποι σε -έψω και -εψα αντί -ευσ, -εύσ (χειροτέρεψα, θα χειροτερέψω)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]