χονδρικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]χονδρικά
- άλλη μορφή του χοντρικά
- ※ έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χονδρικά
|
→ δείτε τη λέξη χοντρικά |
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]χονδρικά ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (χονδρικό) του χονδρικός