ψέλνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψέλνω < ψάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψέλνω, παρατ.: έψελνα, στιγμ. μέλλ.: θα -, αόρ.: έψαλα , παθ.φωνή: - , μτχ.π.π.: - (παθητική φωνή: ψέλνομαι)

  1. ψάλλω στην εκκλησία
  2. ψάλλω τον εθνικό ύμνο
  3. εξυμνώ (παρωχημένο)
  4. μαλώνω κάποιον
    Μου τα ψέλνει όλη μέρα

δείτε τη λέξη: ψάλλω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]