плод

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

плод (bg) αρσενικό

  1. το φρούτο, ο καρπός
  2. το έμβρυο
     συνώνυμα: фетус