рисовать

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

рисовать < πολωνική rysować

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /rʲɪsɐˈvatʲ/

Ρήμα[επεξεργασία]

рисовать (ru)

  1. σχεδιάζω
  2. ζωγραφίζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

μη συνοπτική όψη1
απαρέμφατο рисова́ть
ζεύγη ρημάτων απλό αυτοπαθές
μη συνοπτικό рисова́ть рисова́ться
συνοπτικό нарисова́ть
μέλλοντας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. бу́ду рисова́ть бу́дем рисова́ть
β' πρόσ. бу́дешь рисова́ть бу́дете рисова́ть
γ' πρόσ. бу́дет рисова́ть бу́дут рисова́ть
ενεστώτας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. рису́ю рису́ем
β' πρόσ. рису́ешь рису́ете
γ' πρόσ. рису́ет рису́ют
προστακτική рису́й рису́йте
μετοχή ενεστώτα ενεργητικής рису́ющий
μετοχή ενεστώτα παθητικής рису́емый
επιρρηματική μετοχή ενεστώτα рису́я
παρελθόντας ενικός πληθυντικός
αρσενικό рисова́л рисова́ли
θηλυκό рисова́ла
ουδέτερο рисова́ло
μετοχή παρελθόντα ενεργητικής рисова́вший
μετοχή παρελθόντα παθητικής рисо́ванный
επιρρηματική μετοχή παρελθόντα рисова́в, рисова́вши
παράγωγα ουσιαστικά рисова́ние

1συχνά σε εγχειρίδια κ' ως "ατελής μορφή" ή "μη τετελεσμένη μορφή"