часть

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /t͡ɕæsʲtʲ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

часть (ru) (čast’) θηλυκό

  1. μέρος, τμήμα, μερίδιο, κομμάτι
  2. τομέας
  3. (στρατιωτικός όρος) μονάδα, τμήμα