Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀξία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αξία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀξί αἱ ἀξίαι
      γενική τῆς ἀξίᾱς τῶν ἀξιῶν
      δοτική τῇ ἀξί ταῖς ἀξίαις
    αιτιατική τὴν ἀξίᾱν τὰς ἀξίᾱς
     κλητική ! ἀξί ἀξίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀξί
γεν-δοτ τοῖν  ἀξίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀξία < ἄξιος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀξία, -ας θηλυκό

  1. κόστος, αξία
  2. φήμη, τιμή
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, ΣΤ, 68
    τῆς τε οὖν ὑμετέρας αὐτῶν ἀξίας μνησθέντες ἐπέλθετε τοῖς ἐναντίοις προθύμως

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ἀξία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]