ἄδηκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : άδηκτος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἄδηκτος τὸ ἄδηκτον οἱ, αἱ ἄδηκτοι τὰ ἄδηκτα
Γενική τοῦ, τῆς ἀδήκτου τοῦ ἀδήκτου τῶν ἀδήκτων τῶν ἀδήκτων
Δοτική τῷ, τῇ ἀδήκτῳ τῷ ἀδήκτῳ τοῖς, ταῖς ἀδήκτοις τοῖς ἀδήκτοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἄδηκτον τὸ ἄδηκτον τοὺς, τὰς ἀδήκτους τὰ ἄδηκτα
Κλητική ἄδηκτε ἄδηκτον ἄδηκτοι ἄδηκτα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀδήκτω
Γενική-Δοτική ἀδήκτοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄδηκτος < ἀ- + δάκνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἄδηκτος, -ος, -ον (επίρρημα: ἀδήκτως)

  1. άδηκτος
  2. (κυρίως για ξύλο) που δεν τρώγεται (από σκουλήκια)
  3. (μεταφορικά) αβλαβής
  4. (με ενεργητική σημασία) που δεν δαγκώνει