Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄχος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἄχος τὰ ἄχη - ἄχε
      γενική τοῦ ἄχους - ἄχεος τῶν ἀχῶν - ἀχέων
      δοτική τῷ ἄχει - ἄχεῐ̈ τοῖς ἄχεσ(ν)
    αιτιατική τὸ ἄχος τὰ ἄχη - ἄχεα
     κλητική ! ἄχος ἄχη - ἄχεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἄχει - ἄχεε
γεν-δοτ τοῖν  ἀχοῖν - ἀχέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄχος < αβέβαιης ετυμολογίας. Συγγενές των ἄγχω, ἄγνυμαι, ἀχέω, Ἀχέρων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄχος, -εος ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]