ἅμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅμα < ΙΕΕ ρίζα sṃ- (βλέπε και εἷς, ἀ- αθροιστικό, ἁμός)

Επίρρημα[επεξεργασία]

ἅμα

Άλλες μορφές[επεξεργασία]