Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἅμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άμα

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἅμα < Απο την μηδενική βαθμίδα του πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sem- (ένας, εἷς).[1] Ομόρριζα: εἷς, ἁμός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /há.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἅμα (ᾰᾰ)

Πρόθεση

[επεξεργασία]

ἅμα (ᾰᾰ) (με δοτική)

  • την ίδια ώρα με, μαζί με
    1. «ἅμ' ἠοῖ» στην αυγή
    2. «ἅμα ἕῳ», «ἅμα ἕῳ γιγνομένῃ»

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἅμα (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἅμα
νέα ελληνικά: ἅμα, άμα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἅμα σελ. 79 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.