συγχρόνως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχρόνως < επίθετο σύγχρονος < από τη φράση συν τῷ χρόνῳ

Επίρρημα[επεξεργασία]

συγχρόνως

Μεταφράσεις[επεξεργασία]