Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐρικύμων

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐρικύμων τὸ ἐρικῦμον
      γενική τοῦ/τῆς ἐρικύμονος τοῦ ἐρικύμονος
      δοτική τῷ/τῇ ἐρικύμον τῷ ἐρικύμον
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐρικύμον τὸ ἐρικῦμον
     κλητική ! ἐρικῦμον ἐρικῦμον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐρικύμονες τὰ ἐρικύμον
      γενική τῶν ἐρικυμόνων τῶν ἐρικυμόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐρικύμοσῐ(ν) τοῖς ἐρικύμοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐρικύμονᾰς τὰ ἐρικύμον
     κλητική ! ἐρικύμονες ἐρικύμον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐρικύμονε τὼ ἐρικύμονε
      γεν-δοτ τοῖν ἐρικυμόνοιν τοῖν ἐρικυμόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'σώφρων' όπως «σώφρων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐρικύμων < ἐρι- + -κύμων (κύω)

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἐρικύμων, -ων, -ον [ῡ]