ἥσκιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ήσκιος

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἥσκιος ἡσκίω ἥσκιοι
Γενική ἡσκίου ἡσκίοιν ἡσκίων
Δοτική ἡσκί ἡσκίοιν ἡσκίοις
Αιτιατική ἥσκιον ἡσκίω ἡσκίους
Κλητική ἥσκιε ἡσκίω ἥσκιοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἥσκιος < αρχαία ελληνική σκιά· το - δικαιολογείται από επίδραση της λέξης λιος ή από την επίδραση του άρθρου σκιά→σκιος (αρσενικού γένους, κατ' αναλογία προς το ἥλιος).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἥσκιος αρσενικό

  1. σκιά
  2. είδωλο
  3. φάντασμα