ἰσοσθενής
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ἰσοσθενής, -ής, -ές
- που έχει το ίδιο σθένος, ίση δύναμη, αντοχή, αποφασιστικότητα, ο ισοδύναμος
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Οππιανός, Ἁλιευτικά, 2.466, @scaife.perseus
- ἀλλʼ ἀδάμαντος ἰσόσθενες ὄβριμον ἆορ.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Οππιανός, Ἁλιευτικά, 2.466, @scaife.perseus
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἰσοσθενής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με κλίση 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ἰσο- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σθενής (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)