Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἰσοσθενής

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἰσοσθενής τὸ ἰσοσθενές
      γενική τοῦ/τῆς ἰσοσθενοῦς τοῦ ἰσοσθενοῦς
      δοτική τῷ/τῇ ἰσοσθενεῖ τῷ ἰσοσθενεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἰσοσθεν τὸ ἰσοσθενές
     κλητική ! ἰσοσθενές ἰσοσθενές
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἰσοσθενεῖς τὰ ἰσοσθεν
      γενική τῶν ἰσοσθενῶν τῶν ἰσοσθενῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἰσοσθενέσ(ν) τοῖς ἰσοσθενέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἰσοσθενεῖς τὰ ἰσοσθεν
     κλητική ! ἰσοσθενεῖς ἰσοσθεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἰσοσθενεῖ τὼ ἰσοσθενεῖ
      γεν-δοτ τοῖν ἰσοσθενοῖν τοῖν ἰσοσθενοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'συνεχής' όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἰσοσθενής < ἴσος + σθένος. Μορφολογικά αναλύεται σε ἰσο- + -σθενής

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἰσοσθενής, -ής, -ές

Παράγωγα

[επεξεργασία]