ὑποχεριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑποχεριά < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὑποχεριά θηλυκό

  • δούλα, υπηρέτρια
    ※  16ος αιώνας, Ιωάννης Πικατόρος Ρίμα θρηνητική Εἰς τὸν πικρὸν καὶ ἀκόρεστον Ἅδην, στίχος 165 (στίχοι 164-165)
    • ἀφένταις δὲν γνωρίζονται ἀπὸ τοὺς δουλευτάδες,
      ἡ σκλάβαις καὶ ὑποχωριαῖς μέσ᾽ ἀπὸ ταῖς κυράδες.
      Carmina Graeca medii aevi. Λειψία, Γερμανία: B. G. Teubner, εκδότης: Wilhelm Wagner, 1874, σελ. 229 @books.google.gr
    • ἀφέντες δὲν γνωρίζονται ἀπὸ τοὺς δουλευτάδες,
      οἱ σκλάβες καὶ ὑποχεριές μέσα ἀπὸ τὲς κυράδες.
      Εμμανουήλ Κριαράς, Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου: Η ρίμα θρηνητική του Ιωάννου Πικατόρου, Αθήνα 1942, σελ. 24

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]