Μετάβαση στο περιεχόμενο

お茶

Από Βικιλεξικό

Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
お茶 < お (o-, «τιμητικό πρόθημα») + 茶 (cha, «τσάι»).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o̞t͡ɕa̠/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

お茶 (ja) (kanji) hiragana: おちゃ, rōmaji: ocha

  1. (ποτό) τσάι, συνήθως πράσινο τσάι
  2. τελετή τσαγιού
  3. σνακ με τσάι ή καφέ
  4. τεϊοποσία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Η χρήση του お茶 θεωρείται ουδέτερη (δηλαδή ούτε ευγενική, ούτε αγενής), ενώ απλώς το 茶 είναι εμφανώς αγενής τρόπος αναφοράς στο τσάι. Το πρόθημα お (o-) ήταν αρχικά τιμητικό, ωστόσο πλέον αποτελεί μέρος της λέξης στην σύγχρονη ιαπωνική γλώσσα.
  • Το お茶 αναφέρεται γενικά σε ένα φλιτζάνι ζεστό πράσινο τσάι. Γενικά, το μαύρο τσάι λέγεται 紅茶 (kōcha), αν και μπορεί να περιλαμβάνεται υπωνυμικά στον όρο お茶, που κυριολεκτικά σημαίνει απλώς «τσάι».
  • Το τιμητικό πρόθημα お (o-) στο お茶 γράφεται συνήθως σε χιραγκάνα, αν και εμφανίζεται κατά καιρούς σε πιο επίσημα κείμενα ως 御 (o-), δηλαδή 御茶.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • お茶 στην ιαπωνική Βικιπαίδεια Λήμμα στην ιαπωνική Βικιπαίδεια
  • お茶 - Ιαπωνοαγγλικό Λεξικό jisho.org (στα αγγλικά)