Acht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: acht

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Acht (de) θηλυκό

  1. η προσοχή (χωρίς πληθυντικό)
  2. ο αριθμός οκτώ (πληθυντικός: die Achten)