Klammer
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Klammer < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική klammer < ... < απώτατη αρχή, δυτική πρωτογερμανική *klammjan (πιέζω, πιέζω μαζί)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Klammer | die | Klammern |
| γενική | der | Klammer | der | Klammern |
| δοτική | der | Klammer | den | Klammern |
| αιτιατική | die | Klammer | die | Klammern |
Klammer (de) θηλυκό
- (εργαλείο) η μέγγενη
- (τυπογραφία) η αγκύλη
Setzen Sie den Nebensatz in Klammern.
Βάλτε τη δευτερεύουσα πρόταση σε αγκύλες.
- (οδοντιατρική) τα σιδεράκια
- (κομμωτική) το κλάμερ, κοκαλάκι για τα μαλλιά
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Klammer (de) αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Klammer (it) αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Σλοβενικά (sl)
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Klammer (sl) αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη δυτική πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (γερμανικά)
- Εργαλεία (γερμανικά)
- Τυπογραφία (γερμανικά)
- Οδοντιατρική (γερμανικά)
- Κομμωτική (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)
- Κύρια ονόματα (σλοβενικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σλοβενικά)