Μετάβαση στο περιεχόμενο

Met

Από Βικιλεξικό

Διεθνείς όροι (uni)

[επεξεργασία]

Συντομομορφή

[επεξεργασία]

Met


Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Met (de)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Met < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Met αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023