Mittag
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Mittag | die | Mittage |
| γενική | des | Mittags Mittages |
der | Mittage |
| δοτική | dem | Mittag Mittage |
den | Mittagen |
| αιτιατική | den | Mittag | die | Mittage |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mittag < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική mittetac < παλαιά άνω γερμανική mittitag [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό 1
[επεξεργασία]Mittag (de) αρσενικό
- το μεσημέρι
- Wir sollen um Mittag zurück sein.
- Πρέπει να έχουμε επιστρέψει το μεσημέρι.
- Wir sollen um Mittag zurück sein.
- (προφορικό) το μεσημεριανό διάλλειμα
- (ιδιωματικό) το απόγευμα
- (ποιητικός τύπος ) ο νότος
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- heute Mittag - σήμερα το μεσημέρι
- zu Mittag essen - τρώω μεσημεριανό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Mittag στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Mittag | — | |
| γενική | des | Mittags Mittages |
— | |
| δοτική | dem | Mittag Mittage |
— | |
| αιτιατική | das | Mittag | — | |
Ουσιαστικό 2
[επεξεργασία]Mittag (de) ουδέτερο
- (προφορικό) το μεσημεριανό
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mittag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mittag < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mittag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Σλοβενικά (sl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mittag < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mittag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- Priimki (M-R), Slovenija, letno, Vlada Republike Slovenije Statistični Urad Republike Slovenije (Επώνυμα (M-R), ετήσια, Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας), ανακτήθηκε 31/8/2023, CC BY 4.0
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mittag < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mittag αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρσενικά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Ιδιωματικοί όροι (γερμανικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)
- Κύρια ονόματα (σλοβενικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σλοβενικά)
- Κύρια ονόματα (σουηδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σουηδικά)