Mittag

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Mittag (de) αρσενικό

  • το μεσημέρι
    wir sollen um Mittag zurück sein - πρέπει να έχουμε επιστρέψει το μεσημέρι


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mittag αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 [1], [2]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mittag < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mittag αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023 [3]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mittag < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mittag αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden [4]



Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mittag < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mittag αρσενικό ή θηλυκό

  • Priimki (M-R), Slovenija, letno, Vlada Republike Slovenije Statistični Urad Republike Slovenije (Επώνυμα (M-R), ετήσια, Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας), ανακτήθηκε 31/8/2023, CC BY 4.0 [5]