Monate
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]Monate (de) αρσενικό
- δοτική ενικού του Monat
- ονομαστική, γενική και αιτιατική πληθυντικού του Monat
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Monate < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Monate αρσενικό ή θηλυκό