Norwegian
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| Norwegian | Norwegians |
Επίθετο
[επεξεργασία]Norwegian (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Norwegian (en)
- (εθνικό όνομα) ο Νορβηγός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Norwegian (en)