Νορβηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: νορβηγός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Νορβηγός οι Νορβηγοί
      γενική του Νορβηγού των Νορβηγών
    αιτιατική τον Νορβηγό τους Νορβηγούς
     κλητική Νορβηγέ Νορβηγοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Νορβηγός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Νορβηγός αρσενικό (θηλυκό Νορβηγίδα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]