Ntokmetzian
Εμφάνιση
Διαγλωσσικοί όροι (mul)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ntokmetzian < (μεταγραφή) νέα ελληνική Ντοκμετζιάν (Ntokmetzián)
Μεταγραφή
[επεξεργασία]Ntokmetzian
- το αρμενικής προέλευσης ελληνικό επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) Ντοκμετζιάν στις γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο