Paprika

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Paprika 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Paprika (de) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (φυτό) η πιπεριά
  2. (καρπός) η πιπεριά
  3. (μπαχαρικό, καρύκευμα) η πάπρικα