Ruhe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ruhe 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ruhe (de) θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • jemanden in Ruhe lassen - αφήνω κάποιον ήσυχο