Spaß

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Spaß 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Spaß (de) αρσενικό

  • η ευχαρίστηση
    ich wünsche dir vielen Spaß - σου εύχομαι κάθε (πολλή) ευχαρίστηση (= να περάσεις καλά)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]