Urlaub

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Urlaub (de) ουδέτερο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • in Urlaub fahren - πηγαίνω διακοπές
  • Urlaub machen - κάνω διακοπές