Wasser
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Wasser | die | Wasser Wässer* |
| γενική | des | Wassers | der | Wasser Wässer* |
| δοτική | dem | Wasser | den | Wassern Wässern* |
| αιτιατική | das | Wasser | die | Wasser Wässer* |
| * Για τους ορισμούς 1. και 2. | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Wasser (de) ουδέτερο
- το νερό
- Ich habe Durst, also trinke ich Wasser.
- Διψάω, οπότε πίνω νερό.
- Ich habe Durst, also trinke ich Wasser.
- (προφορικό) νερουλά ποτά και άλλα υγρά, συνήθως αλκοολούχα
- μεγάλες εκτάσεις νερού, όπως θάλασσες, ποτάμια, λίμνες
- (ιατρική, προφορικό, μόνο στον ενικό) σωματικά υγρά που συσσωρεύονται σε ιστούς
- Ich habe Wasser in den Beinen.
- Έχω υγρό στο γόνατο.
- Ich habe Wasser in den Beinen.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Grundwasser
- Hochwasser
- Mineralwasser
- Rasierwasser
- Regenwasser
- Salzwasser
- Süßwasser
- Tafelwasser
- Trinkwasser
- Wasseramsel
- wasserarm
- Wasserball
- Wasserbombe
- Wasserbüffel
- wasserdicht
- Wassereis
- Wasserfall
- Wasserfarbe
- Wasserflugzeug
- wassergekühlt
- Wassergraben
- Wasserhahn
- Wasserhuhn
- Wasserkasten
- Wasserkessel
- Wasserklosett
- Wasserkraftwerk
- Wasserkrug
- Wasserleitung
- wasserlöslich
- Wassermann
- Wassermelone
- Wassermühle
- Wasserpfeife
- Wasserpflanze
- Wasserrutsche
- Wasserski
- Wasserstoff
- Wassersucht
- Wassertier
- Wasserturbine
- Wasserwaage
- Wasserzähler
- Wasserzeichen
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Wasser στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Wasser αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Wasser < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Wasser αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Wasser < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Wasser αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Προφορικοί όροι (γερμανικά)
- Ιατρική (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (γερμανικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (ιταλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (ιταλικά)
- Κύρια ονόματα (σουηδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (σουηδικά)