Wegen
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]Wegen (de) αρσενικό
- δοτική πληθυντικού του Weg
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Wegen < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Wegen αρσενικό ή θηλυκό