aber
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| aber | abers |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]aber (fr)
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈaːbɐ/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : aber
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]aber (de)
- αλλά, όμως, μα
Er sieht wie ein harmloser Frosch aus, aber er wird sich gleich verwandeln.
Μοιάζει με ένα αβλαβές βατραχάκι, αλλά σε λίγο θα μεταμορφωθεί.
Es hat geblitzt, aber bisher konnte ich keinen Donner hören.
Είδα αστραπή, αλλά μέχρι τώρα δεν άκουσα κανένα βροντή.
Sie ist klein und zierlich, aber trotzdem stark.
Είναι μικρή και λεπτεπίλεπτη, αλλά παρόλα αυτά δυνατή.
Solange sein Chef anwesend war, fühlte er sich unbedeutend. Sobald er aber alleine war, konnte ihm nichts mehr etwas anhaben.
Όσο ο προϊστάμενός του ήταν παρών, ένιωθε ασήμαντος. Μόλις όμως έμενε μόνος, τίποτα δεν μπορούσε πια να τον πειράξει.
Ich möchte aber nicht nach Aachen.
Δεν θέλω όμως να πάω στο Άαχεν.
Μόριο
[επεξεργασία]aber (de)