Μετάβαση στο περιεχόμενο

aber

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aber abers

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aber (fr)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaːbɐ/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : aber

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

aber (de)

  • αλλά, όμως, μα
    παράδειγμα Er sieht wie ein harmloser Frosch aus, aber er wird sich gleich verwandeln.
         Μοιάζει με ένα αβλαβές βατραχάκι, αλλά σε λίγο θα μεταμορφωθεί.
    παράδειγμα Es hat geblitzt, aber bisher konnte ich keinen Donner hören.
         Είδα αστραπή, αλλά μέχρι τώρα δεν άκουσα κανένα βροντή.
    παράδειγμα Sie ist klein und zierlich, aber trotzdem stark.
         Είναι μικρή και λεπτεπίλεπτη, αλλά παρόλα αυτά δυνατή.
    παράδειγμα Solange sein Chef anwesend war, fühlte er sich unbedeutend. Sobald er aber alleine war, konnte ihm nichts mehr etwas anhaben.
         Όσο ο προϊστάμενός του ήταν παρών, ένιωθε ασήμαντος. Μόλις όμως έμενε μόνος, τίποτα δεν μπορούσε πια να τον πειράξει.
    παράδειγμα Ich möchte aber nicht nach Aachen.
         Δεν θέλω όμως να πάω στο Άαχεν.

aber (de)

  • αλλά, όμως, μα
    παράδειγμα Du räumst das jetzt auf, aber sofort!
         Καθάρισε το τώρα, αλλά αμέσως!
    παράδειγμα Die ist aber zickig.
         Είναι όμως πολύ κατσούφα.
    παράδειγμα Aber Mama hat doch gesagt, dass wir ein Eis kriegen.
         Μα η μαμά είπε ότι θα φάμε παγωτό.