abouler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bu.le/

Ρήμα[επεξεργασία]

abouler (fr) (μεταβατικό) (αργκό) δίνω, κατεβάζω

  1. aboule le fric ! - κατέβασε τους παράδες!
  2. (pronominal) φτάνω

(αμετάβατο)

  1. φτάνω

Δείτε επίσης[επεξεργασία]