abstinent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ap.sti.nɑ̃/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό abstinent abstinents
θηλυκό abstinente abstinentes

abstinent (fr)

  1. που τηρεί τις νηστείες της θρησκείας του
  2. εγκρατής