accomplishment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

accomplishment < παλαιογαλλικά: accomplissement < accomplir

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ə.ˈkɒm.plɪʃ.mənt/

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
accomplishment accomplishments

accomplishment (en)