Μετάβαση στο περιεχόμενο

accoudement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kud.mɑ̃/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accoudement accoudements

accoudement (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]