actualisation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
actualisation actualisations

actualisation (fr) θηλυκό

  1. η ενημέρωση (μιας πληροφορίας κλπ)
  2. η αναβάθμιση