αναβάθμιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναβάθμιση αναβαθμίσεις
γενική αναβάθμισης &

αναβαθμίσεως

αναβαθμίσεων
αιτιατική αναβάθμιση αναβαθμίσεις
κλητική αναβάθμιση αναβαθμίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβάθμιση < αναβαθμίζω αναβαθμι- + -ση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.naˈvaθ.mi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβάθμιση θηλυκό

  1. βελτίωση κάποιου χαρακτηριστικού ή προσθήκη κάποιου νέου
  2. (γεωπονία) η αναβαθμίδωση, η δημιουργία αναβαθμίδων
  3. (λογισμικό) σημαντική βελτίωση στα λειτουργικά χαρακτηριστικά (features) προγράμματος, εφαρμογής, κλπ.
  4. (πληροφορική) η συνολική βελτίωση, υλικού (hardware) και λογισμικού (software)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]