αναβαθμίδωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναβαθμίδωση οι αναβαθμιδώσεις
      γενική της αναβαθμίδωσης
& αναβαθμιδώσεως
των αναβαθμιδώσεων
    αιτιατική την αναβαθμίδωση τις αναβαθμιδώσεις
     κλητική αναβαθμίδωση αναβαθμιδώσεις
Παράρτημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβαθμίδωση θηλυκό

  • (γεωπονία) η διαμόρφωση βαθμίδων, τεχνητή διαβάθμιση σαν σκαλοπάτια σε λόφους για πλήρη αγροτική εκμετάλλευσή τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]