adenter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

adenter < adent

Ρήμα[επεξεργασία]

adenter (fr)

  1. χαράσσω εγκοπές σε κομμάτια ξύλου προκειμένου να τα κολλήσω μεταξύ τους