Μετάβαση στο περιεχόμενο

adorable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

adorable (en)

  1. αξιολάτρευτος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
adorable adorables

adorable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αξιολάτρευτος
  2. χαριτωμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη adorer