Μετάβαση στο περιεχόμενο

affaiblissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
affaiblissement affaiblissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

affaiblissement (fr) αρσενικό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]