aguichage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aguichage aguichages

aguichage (fr) αρσενικό

  1. η γοητεία, το τράβηγμα της προσοχής κάποιου
  2. μέθοδος διαφήμισης που σε πρώτη φάση κάνει μια ερώτηση (τραβώντας έτσι την προσοχή) και σε δεύτερη φάση (π.χ. μερικές μέρες αργότερα) δίνει την απάντηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]