διαφήμιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διαφήμιση | οι | διαφημίσεις |
| γενική | της | διαφήμισης* | των | διαφημίσεων |
| αιτιατική | τη | διαφήμιση | τις | διαφημίσεις |
| κλητική | διαφήμιση | διαφημίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διαφημίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαφήμιση (μαρτυρείται από το 1887)[1]< (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διαφήμι(σις) + -ση < ελληνιστική κοινή διαφημίζω (διαδίδω, κάνω γνωστό) < αρχαία ελληνική διά + φήμη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réclame[2])
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði̯aˈfi.mi.si/ και /ðʝaˈfi.mi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δι‐α‐φή‐μι‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διαφήμιση θηλυκό
- (διαφήμιση) η προβολή των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος ή ατόμου ή υπηρεσίας με σκοπό την αποκόμιση κάποιου κέρδους
- ※ Ἡ διαφήμιση, χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς ἐποχῆς μας, εἶναι κι αὐτή, ὅπως πολλά ἄλλα, «νόμισμα μὲ δύο ὄψεις». ̓Από τὴν μιὰ μεριά χρήσιμη, ἐνοχλητικὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη (Αρχιτεκτονική, τεύχη 90-93, εκδ. Α.Κ. Κιτσίκης, 1971)
- ※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
- ≈ συνώνυμα: ρεκλάμα
- τεχνική της επιχειρηματικής δράσης που διαδίδει πληροφορίες για κάτι με σκοπό να επηρεαστεί η καταναλωτική συμπεριφορά
- (συνεκδοχικά) καταχώριση σε έντυπο ή μικρή παρεμβολή στο πρόγραμμα του ραδιοφώνου / της τηλεόρασης ή αφίσα που προβάλλει ένα προϊόν
- (μεταφορικά) ο έπαινος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Κατηγορία:Διαφημίσεις (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό
- Κατηγορία:Λέξεις από διαφημίσεις (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό
-
διαφήμιση στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ διαφήμιση, σελ.286, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ διαφήμιση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Διαφημίσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)