alight

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα 1[επεξεργασία]

alight (en)

Open book 01.svg Ρήμα 2[επεξεργασία]

alight (en)

  1. πηδώ προς τα κάτω, κατεβαίνω
    1. κατεβαίνω, αποβιβάζομαι από όχημα
      Passengers are alighting from the carriage.
    2. κατεβαίνω, ξεκαβαλικεύω από άλογο
  2. κάθομαι μετά από πτώση, καθοδική κίνηση
    A flying bird alights on a tree
    snow alights on a roof